Μιά φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι. Το όνομά του Αθηνά. Οι γονείς του είχαν φύγει πολύ καιρό πριν, για ένα όμορφο μέρος που ο μπαμπάς του κοριτσιού ονόμαζε παράδεισο.
Το κοριτσάκι έμενε μόνο του σε ένα μικρό σπίτι σχεδόν πάνω στη θάλασσα. Άρεσε πολύ στην Αθηνά η θάλασσα. Κάθε μέρα κατέβαινε βόλτα στην παραλία και κολυμπούσε ώρες ατελείωτες.
Κολυμπούσε τα καλοκαίρια που η θάλασσα ήταν ήρεμη και γαλήνια, αλλά και τους χειμώνες... Ο πατέρας της της είχε πει ότι έπρεπε να μάθει να κολυμπάει ακόμα κι όταν η θάλασσα ήταν φουρτουνιασμένη, άγρια κι αφιλόξενη. "Θα σε δυναμώσει, θα σε κάνει πιο θαρραλέα, πιο γρήγορη, πιο ανθεκτική". Και η Αθηνά σπάνια δεν ακολουθούσε τις συμβουλές του πατέρα της.
Μια μέρα αποφάσισε να πάει λίγο πιο μακριά από τη συνηθισμένη της βόλτα. Πέρασε ένα μικρό λόφο, σκαρφάλωσε σε βράχια και βγήκε σε μια άλλη παραλία. Κοντοστάθηκε σαστισμένη από το θέαμα... Η παραλία αυτή δεν έμοιαζε ούτε με τη δική της, ούτε με των φίλων της που κατοικούσαν σε άλλες παραλίες. Ήταν πολύ διαφορετική... Σκοτεινή από τις πίσσες, γεμάτη σκουπίδια και νεκρά ψάρια. Τα νερά ταραγμένα και θολά. Ο ήλιος δεν κατάφερνε να γεμίσει φως την τόση μαυρίλα του θλιβερού τοπίου.
Δεν της άρεσε καθόλου, αποφάσισε όμως να την εξερευνήσει. Πάτησε με τα γυμνά της πόδια στα βρώμικα βότσαλα κι άρχισε να βαδίζει κατά μήκος της ακτής. Ένιωθε μια ρυπαρή γλίτσα σε κάθε της βήμα κι όσο προχωρούσε ο αέρας γινόταν όλο και πιο αποπνιχτικός.
Δεν είχε φτάσει μέχρι τη μέση της διαδρομής όταν άκουσε μια αγορίστικη φωνή. "Κοριτσάκι, εεεε κοριτσάκιιιι" Γύρισε κοίταξε γύρω της, αλλά δεν είδε κανέναν... Η φωνή έγινε πιο επίμονη... "Κοριτσάκιιιι, εδώ, εδώ. Κοίταξε λίγο κάτω" Και η Αθηνά εριξε το βλέμμα της στα βότσαλα... Κάπου λίγο πιο μακριά είδε ένα αγόρι να της γνέφει... Το αγοράκι αυτό όμως ήταν σχεδόν θαμμένο σε μια βρωμερή τρύπα. Μόνο από το στήθος του κι απάνω φαινόταν.
Απόρησε αλλά προχώρησε προς το μέρος του. Όταν πλησίασε το αγόρι της χαμογέλασε αφήνοντας να φανούν τα κιτρινισμένα δόντια του. "Κοριτσάκι θα κάτσεις λίγο μαζί μου, να μου κάνεις παρέα; Πώς σε λένε;" Η Αθηνά το κοίταξε σκεφτική... Πλησίασε κοντά του, αλλά διαπίστωσε ότι όσο πλησίαζε το έδαφος γινόταν μαλακό, σαθρό, σαν την κινούμενη άμμο... Έτσι προτίμησε να κάτσει λίγο πιο μακριά, σε μια μικρή απόσταση που την έκανε να νιώθει ασφαλής. Αθηνά με λένε... Εσένα; "Είμαι ο Θωμάς. Είσαι πολύ όμορφη το ξέρεις; " Η Αθηνά κολακεύτηκε και του χαμογέλασε, αλλά παρέμεινε στη θέση της.
Γιατί είσαι μέσα σ' αυτήν την τρύπα; ρώτησε η Αθηνά... "Έτσι ζω" της απάντησε θλιμμένα το αγόρι... "Η μοίρα μου αποφάσισε ότι πρέπει να μένω μέσα σ' αυτήν την άθλια τρύπα" συνέχισε... Και γιατί δεν δοκιμάζεις να βγεις; ξαναρώτησε η Αθηνά. "Γιατί δεν μπορώ!" απάντησε πεισμωμένα και λίγο θυμωμένα ο Θωμάς. Το κορίτσι αποφάσισε να μην συνεχίσει αυτή τη συζήτηση. Μίλησαν για λίγο και ήρθε η ώρα της Αθηνάς να φύγει. "Θα ξανάρθεις αύριο;" ρώτησε με αγωνία ο Θωμάς. Θα ξανάρθω, απάντησε η μικρή.
Την επόμενη μέρα η Αθηνά ξεκίνησε για τον Θωμά, μόνο που αυτή τη φορά είχε βάλει παπούτσια. Όχι, δεν φοβόταν να λερώσει τα πόδια της στην παραλία του αγοριού, αλλά δεν μπορούσε ούτε και η ίδια να καταλάβει, γιατί τα έβαλε κι έδεσε σφιχτά και τα κορδόνια τους. Μαζί της αυτή τη φορά πήρε και μια μπάλα. Όταν έφτασε ο Θωμάς την υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά. Αφού τα είπαν για λίγο, η Αθηνά σηκώθηκε και του ζήτησε να παίξουν. Ο Θωμάς χάρηκε ακόμα περισσότερο! Εκείνη του πέταγε προσεκτικά τη μπάλα για να μπορεί να την πιάνει κι εκείνος ανταπέδιδε προσπαθώντας να την πετάξει όσο πιο μακριά μπορούσε. Έπαιξαν, γέλασαν και όταν ήρθε η ώρα, η Αθηνά χαιρέτησε το αγόρι και γύρισε στην αμμουδιά της.
Κάθε μέρα η Αθηνά επισκεπτόταν το αγόρι. Είτε μιλούσαν, είτε έπαιζαν, είτε αστειεύονταν οι μέρες περνούσαν και ο μικρός γινόταν όλο και πιο εύθυμος. Μια μέρα την ώρα που το αποχαιρετούσε η Αθηνά του είπε... Αύριο δεν θα έρθω, θα πάω να δω τους άλλους φίλους μου, τους έχω παραμελήσει λιγάκι.
Το χαμόγελο του Θωμά χάθηκε από το πρόσωπό του, στένεψε τα μάτια του και της είπε επιτακτικά... "Όχι, δεν μπορείς να μην έρθεις! Θα έρθεις!"
Η αντίδραση δεν άρεσε στην Αθηνά, αλλά έμεινε σταθερή στην απόφασή της και εκείνη τη μέρα χωρίστηκαν με το μικρό Θωμά θυμωμένο. Την μεθεπόμενη μέρα η μικρή ξαναπήγε και βρήκε το αγόρι μουτρωμένο. Έκανε ότι δεν καταλάβαινε το ύφος του και λίγο με το παιχνίδι, λίγο με τη κουβέντα το κέφι και το χαμόγελο επανήλθαν.
Πώς περνάς τις ώρες που δεν είμαστε μαζί; τον ρώτησε κάποια στιγμή... Ο Θωμάς την κοίταξε ντροπαλά και της είπε... "Φτιάχνω τραγούδια... Έχω φτιάξει και για 'σένα ένα". Αλήθεια; αποκρίθηκε χαρούμενα η μικρή. Μπορώ να το ακούσω; ρώτησε με λαχτάρα. "Όχι ακόμα, δεν είναι έτοιμο. Αλλά σου υπόσχομαι ότι όταν θα έρθει η ώρα θα στο τραγουδήσω" της απάντησε το αγόρι.
Οι μήνες περνούσαν και μια μέρα η Αθηνά αποφάσισε να μιλήσει στο Θωμά για το μαρτύριό του. Σκεφτόταν πόσο άδικο ήταν, πόσα πράγματα έχανε, χωμένος εκεί μέσα. Είχε μάλιστα αποφασίσει όχι μόνο να τον βοηθήσει να βγει, αλλά και να καθαρίσει την παραλία του.
Εκεί λοιπόν που μιλούσαν η Αθηνά του είπε... Να σε ρωτήσω... Γιατί δεν προσπαθείς να βγεις από αυτήν την τρύπα; Το χαμόγελο του Θωμά πάγωσε στα χείλη του, την κοίταξε βλοσυρά και της απάντησε "Τα είπαμε από την αρχή αυτά. Είναι η μοίρα μου τέτοια. Κι εσύ σαν όλους τους άλλους είσαι, όλο εξυπνάδες" Το κορίτσι επέμεινε...Τα μοιραία γεγονότα στη ζωή μας είναι ελάχιστα. Αλλά ακόμα κι έτσι, κάθε μοιραίο μπορούμε να το διαχειριστούμε όσο γίνεται καλύτερα παρεμβαίνοντας. Όλοι στη ζωή μας έχουμε περάσει άσχημα, δεν είσαι ο μοναδικός... Έχεις προσπαθήσει κάποια φορά να βγεις;
Έβλεπε το Θωμά να προσπαθεί να συγκρατήσει το θυμό του, αλλά χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία... "Γιατί να προσπαθήσω; Το αποτέλεσμα το ξέρω. Εσύ δεν θέλεις να το καταλάβεις"
Η Αθηνά συνέχισε... Αφού δεν έχεις κάτι άλλο καλύτερο να κάνεις, προσπάθησε λίγο... Κάνε σαν να κολυμπάς, φτάσε μέχρι εκεί που το έδαφος γίνεται σταθερό κι εγώ θα σου δώσω ένα κλαδί και θα σε τραβήξω έξω. Έλα να δεις που θα τα καταφέρεις, ούτε ένα μέτρο δεν είναι, του είπε χαμογελώντας.
Ο Θωμάς πραγματικά είχε θυμώσει. Είχε κλειστεί σε μια περίεργη σιωπή και δεν γύριζε καν να κοιτάξει το κορίτσι. Λες να το σκέφτεται; αναρωτιόταν η Αθηνά που παρακολουθούσε την αντίδρασή του.
Λίγη ώρα μετά ο Θωμάς της χαμογέλασε γλυκά και της είπε... "Εντάξει λοιπόν θα κάνω μια προσπάθεια, αλλά θα με βοηθήσεις κι εσύ". Η μικρή χάρηκε πάρα πολύ. Μα φυσικά! Στο είπα άλλωστε!
"Ναι, μόνο που δεν θέλω να μου δώσεις κλαδί να πιαστώ, φοβάμαι να μην σπάσει και χωθώ ακόμα πιο μέσα. Θέλω να μου δώσεις το χέρι σου, θα πιαστούμε από τους καρπούς μας και θα με τραβήξεις. Εντάξει; "
Γιατί όχι; Κι έτσι γίνεται! φώναξε όλο χαρά η Αθηνά.
" Έλα λίγο πιο κοντά γιατί δεν σε φτάνω" της είπε το αγόρι. Η Αθηνά πατώντας προσεκτικά στο έδαφος, έφτασε μέχρι εκεί που παράμενε πραγματικά σταθερό. Έκατσε κάτω και άπλωσε το χέρι της... Δεν μπορώ να πλησιάσω άλλο, δώσε μου το χέρι σου.
Ο Θωμάς έπιασε τον καρπό του κοριτσιού κι εκείνη το δικό του. Έλα πάμε, θα σε τραβήξω δυνατά τώρα. Προσπάθησε κι εσύ! του φώναξε γεμάτη ενθουσιασμό η Αθηνά.
Όμως όταν το βλέμμα της συνάντησε το πρόσωπο του Θωμά τρόμαξε... Τα χαρακτηριστικά του αγοριού είχαν αλλοιωθεί... Το γλυκό χαμόγελο είχε εξαφανιστεί και είχε γίνει μια ανατριχιαστική γκριμάτσα. Τα κιτρινόμαυρα δόντια του τώρα προέβαλλαν μυτερά, σαν ενός θηρίου που ήθελε να την κατασπαράξει. Τα μάτια του είχαν γίνει δύο μαύρες τρύπες σαν κι αυτή που ήταν χωμένος μέσα. Το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί, τα μάγουλά του είχαν εξαφανιστεί και τα ζυγωματικά είχαν πεταχτεί αφύσικα προς τα έξω. Η λαβή στο χέρι της είχε πάψει να είναι ένα απεγνωσμένο πιάσιμο κι έγινε αφόρητα σφικτή.
Ξαφνικά ένιωσε ένα δυνατό τράνταγμα. Ο Θωμάς την τραβούσε δυνατά στην τρύπα του, φωνάζοντάς της με μια απόκοσμη, τσιριχτή φωνή "Όχι, δεν θα βγω εγώ έξω. Εσύ θα έρθεις εδώ μέσα μαζί μου. Θα μου κάνεις παρέα κάθε μέρα και δεν θα μπορέσεις να φύγεις ποτέ. Κι αν είναι να πεθάνουμε, θα πεθάνουμε μαζί, τ' ακούς; Μαζί"
Η Αθηνά ένιωσε πανικό, αλλά συνήλθε γρήγορα. Άρχισε να τραβάει με δύναμη προς την αντίθετη κατεύθυνση, αλλά όχι για να σώσει το Θωμά πια... Για να σωθεί η ίδια. Είχε αφήσει τον καρπό του και για το μόνο που προσπαθούσε ήταν να απελευθερωθεί από τράβηγμα του αγοριού. Έβαλε τα πόδια της κόντρα στο έδαφος -τί καλά που φόραγε τα παπούτσια της- και τραβούσε με όλη της τη δύναμη. Όσο τραβούσε, τόσο πιο πολύ έσφιγγε το χέρι της ο Θωμάς... Τα νύχια του είχαν χωθεί στη σάρκα του χεριού της και ήδη το αίμα έτρεχε ποτίζοντας τα μαύρα βότσαλα.
Εξακολουθούσε να της φωνάζει... "Μην προσπαθείς άλλο, εδώ θα μείνεις. Είναι της μοίρας σου γραμμένο" κι άρχισε να της τραγουδάει το τραγούδι που της είχε φτιάξει. Ένα τραγούδι που ελάχιστους στίχους μπορούσε να ακούσει εκείνη την ώρα η Αθηνά. Όλη της η προσπάθεια είχε επικεντρωθεί στο να ξεφύγει. Ένα τραγούδι πού όσο καταλάβαινε, της τρυπούσε το μυαλό από τους αρρωστημένους στίχους του.
Και ξαφνικά μάζεψε όλη της τη δύναμη, όλο της το κουράγιο και -ίσως- όλη της την έπαρση (θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα της... θα σε δυναμώσει, θα σε κάνει πιο θαρραλέα, πιο γρήγορη, πιο ανθεκτική) και σκέφτηκε... Είμαι πιο δυνατή, είμαι πιο σίγουρη για τον εαυτό μου, έχω κολυμπήσει σε μεγάλες φουρτούνες και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει αυτό... και με ένα απότομο τράβηγμα κατάφερε να ελευθερωθεί από το δυνατό σφίξιμο του Θωμά.
Η Αθηνά έπεσε με δύναμη πίσω, αλλά δεν την ένοιαζε που χτύπησε την πλάτη της. Εκείνο που είχε σημασία ήταν ότι πλέον είχε ελευθερωθεί.
Είχε λαχανιάσει από την προσπάθεια, αλλά βιάστηκε να σηκωθεί. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει από αυτήν τη σκοτεινή παραλία και να μην επιστρέψει ποτέ. Έριξε μια ματιά στην τρύπα και είδε το Θωμά να χτυπάει με λύσσα τα χέρια του απάνω στη λάσπη και να φωνάζει... "Δεν έπρεπε να γίνει έτσι. Είσαι παλιοκόριτσο. Εγώ σου έδωσα την καρδιά μου κι εσύ την πέταξες στις λάσπες".
Η ψυχραιμία και η γαλήνη είχαν επιστρέψει στη ψυχή της Αθηνάς και του απάντησε ήρεμα... Την καρδιά σου και τη ψυχή σου, τις έχεις πετάξει μόνος σου στις λάσπες. Το μόνο που θέλεις είναι να κλείσεις κι άλλους στη φυλακή που έχτισες για τον εαυτό σου. Σου αξίζει να είσαι εκεί μέσα. Σου αξίζει γιατί ήταν, είναι και θα είναι επιλογή σου. Τη μοίρα σου, την καθόρισες μόνος σου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και η μοίρα των άλλων.
Αν θελήσεις κάποτε να με βρεις, θα πρέπει να βγεις μόνος σου από αυτήν την τρύπα. Θα πρέπει να καθαριστείς και να καθαρίσεις την παραλία σου. Θα πρέπει να μάθεις να προσπαθείς. Αλλιώς αντίο... Αντίο για πάντα.
Γύρισε την πλάτη της και άρχισε να βαδίζει προς τα βράχια... Άκουγε πίσω της το Θωμά να κλαψουρίζει με παράπονο... "Γύρισε πίσω, δεν μπορείς να με αφήσεις εδώ. Πρέπει να έρχεσαι να μου κάνεις παρέα. Θα πεθάνω και θα φταις εσύ"
Η Αθηνά δεν κοντοστάθηκε στιγμή. Πέρασε τα βράχια, ανέβηκε το λόφο και βγήκε στη δική της παραλία. Μια παραλία καθαρή, φωτεινή που ναι μεν είχε και φουρτούνες, αλλά είχε και νηνεμία. Όλα τα είχε η δική της παραλία, όπως και των περισσότερων φίλων της άλλωστε.
Ήδη την περίμεναν όλοι εκεί για να παίξουν, να γελάσουν, να μιλήσουν, να καταστρώσουν σχέδια για το μέλλον.
Έγινε μια όμορφη γιορτή εκείνη τη μέρα, με γέλια και χαρές.
Κι έζησαν αυτοί καλά...!!!
Κι όσο για το Θωμά... Κανείς δεν ξέρει. Και μέχρι σήμερα κανείς δεν έμαθε... Ίσως κάποτε εμφανιστεί λαμπερός, όμορφος και γαλήνιος. Ίσως μάθει κι αυτός το γνωστό "συν Αθηνά και χείρα κίνει" αλλά με τη σωστή του έννοια πια. Ποιος ξέρει... Το μέλλον θα δείξει.
Το τραγούδι θα μπορούσε να είναι αυτό που έγραψε ο Θωμάς για την Αθηνά...
Το σκοτεινό μου παραμύθι, είναι αφιερωμένο σε κάποιον άνθρωπο που δεν ήθελε να παλέψει για τίποτα εποικοδομητικό. Για κάποιον που ως αντίδραση έβγαζε κακία, υποτίμηση, επιθετικότητα προς τους πάντες και τα πάντα. Για κάποιον που ήθελε να χειραγωγεί όλους αυτούς που του ζητούσαν να προσπαθήσει...
Τελικά πολλές φορές είναι μύθος ότι οι άλλοι δεν ενδιαφέρονται για τον συνάνθρωπό τους... Όμως πρέπει και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές των θλιβερών παραμυθιών όπως αυτό, να ενδιαφέρονται για τους εαυτούς τους.
Γιατί ο εγωισμός είναι μια παρεξηγημένη έννοια τελικά... Το να αγαπάς και να σέβεσαι τον εαυτό σου, τη ψυχή σου και το σώμα σου είναι απόλυτα υγιές.
Δεν μπορείς να απαιτείς από τους άλλους να θυσιαστούν, γιατί εσύ θέλεις να τα έχεις όλα έτοιμα στο πιάτο. Δεν μπορείς να απαιτείς, όταν εσύ ο ίδιος ως άλλος άπιστος Θωμάς, δεν είσαι ικανός να πιστέψεις ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό.
ΥΓ. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων... Η ιστορία ουδεμία σχέση έχει με ουσίες και τέτοια. Να μην του καταλογίσουμε και πράγματα που δεν έκανε.
Το κοριτσάκι έμενε μόνο του σε ένα μικρό σπίτι σχεδόν πάνω στη θάλασσα. Άρεσε πολύ στην Αθηνά η θάλασσα. Κάθε μέρα κατέβαινε βόλτα στην παραλία και κολυμπούσε ώρες ατελείωτες.
Κολυμπούσε τα καλοκαίρια που η θάλασσα ήταν ήρεμη και γαλήνια, αλλά και τους χειμώνες... Ο πατέρας της της είχε πει ότι έπρεπε να μάθει να κολυμπάει ακόμα κι όταν η θάλασσα ήταν φουρτουνιασμένη, άγρια κι αφιλόξενη. "Θα σε δυναμώσει, θα σε κάνει πιο θαρραλέα, πιο γρήγορη, πιο ανθεκτική". Και η Αθηνά σπάνια δεν ακολουθούσε τις συμβουλές του πατέρα της.
Μια μέρα αποφάσισε να πάει λίγο πιο μακριά από τη συνηθισμένη της βόλτα. Πέρασε ένα μικρό λόφο, σκαρφάλωσε σε βράχια και βγήκε σε μια άλλη παραλία. Κοντοστάθηκε σαστισμένη από το θέαμα... Η παραλία αυτή δεν έμοιαζε ούτε με τη δική της, ούτε με των φίλων της που κατοικούσαν σε άλλες παραλίες. Ήταν πολύ διαφορετική... Σκοτεινή από τις πίσσες, γεμάτη σκουπίδια και νεκρά ψάρια. Τα νερά ταραγμένα και θολά. Ο ήλιος δεν κατάφερνε να γεμίσει φως την τόση μαυρίλα του θλιβερού τοπίου.
Δεν της άρεσε καθόλου, αποφάσισε όμως να την εξερευνήσει. Πάτησε με τα γυμνά της πόδια στα βρώμικα βότσαλα κι άρχισε να βαδίζει κατά μήκος της ακτής. Ένιωθε μια ρυπαρή γλίτσα σε κάθε της βήμα κι όσο προχωρούσε ο αέρας γινόταν όλο και πιο αποπνιχτικός.
Δεν είχε φτάσει μέχρι τη μέση της διαδρομής όταν άκουσε μια αγορίστικη φωνή. "Κοριτσάκι, εεεε κοριτσάκιιιι" Γύρισε κοίταξε γύρω της, αλλά δεν είδε κανέναν... Η φωνή έγινε πιο επίμονη... "Κοριτσάκιιιι, εδώ, εδώ. Κοίταξε λίγο κάτω" Και η Αθηνά εριξε το βλέμμα της στα βότσαλα... Κάπου λίγο πιο μακριά είδε ένα αγόρι να της γνέφει... Το αγοράκι αυτό όμως ήταν σχεδόν θαμμένο σε μια βρωμερή τρύπα. Μόνο από το στήθος του κι απάνω φαινόταν.
Απόρησε αλλά προχώρησε προς το μέρος του. Όταν πλησίασε το αγόρι της χαμογέλασε αφήνοντας να φανούν τα κιτρινισμένα δόντια του. "Κοριτσάκι θα κάτσεις λίγο μαζί μου, να μου κάνεις παρέα; Πώς σε λένε;" Η Αθηνά το κοίταξε σκεφτική... Πλησίασε κοντά του, αλλά διαπίστωσε ότι όσο πλησίαζε το έδαφος γινόταν μαλακό, σαθρό, σαν την κινούμενη άμμο... Έτσι προτίμησε να κάτσει λίγο πιο μακριά, σε μια μικρή απόσταση που την έκανε να νιώθει ασφαλής. Αθηνά με λένε... Εσένα; "Είμαι ο Θωμάς. Είσαι πολύ όμορφη το ξέρεις; " Η Αθηνά κολακεύτηκε και του χαμογέλασε, αλλά παρέμεινε στη θέση της.
Γιατί είσαι μέσα σ' αυτήν την τρύπα; ρώτησε η Αθηνά... "Έτσι ζω" της απάντησε θλιμμένα το αγόρι... "Η μοίρα μου αποφάσισε ότι πρέπει να μένω μέσα σ' αυτήν την άθλια τρύπα" συνέχισε... Και γιατί δεν δοκιμάζεις να βγεις; ξαναρώτησε η Αθηνά. "Γιατί δεν μπορώ!" απάντησε πεισμωμένα και λίγο θυμωμένα ο Θωμάς. Το κορίτσι αποφάσισε να μην συνεχίσει αυτή τη συζήτηση. Μίλησαν για λίγο και ήρθε η ώρα της Αθηνάς να φύγει. "Θα ξανάρθεις αύριο;" ρώτησε με αγωνία ο Θωμάς. Θα ξανάρθω, απάντησε η μικρή.
Την επόμενη μέρα η Αθηνά ξεκίνησε για τον Θωμά, μόνο που αυτή τη φορά είχε βάλει παπούτσια. Όχι, δεν φοβόταν να λερώσει τα πόδια της στην παραλία του αγοριού, αλλά δεν μπορούσε ούτε και η ίδια να καταλάβει, γιατί τα έβαλε κι έδεσε σφιχτά και τα κορδόνια τους. Μαζί της αυτή τη φορά πήρε και μια μπάλα. Όταν έφτασε ο Θωμάς την υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά. Αφού τα είπαν για λίγο, η Αθηνά σηκώθηκε και του ζήτησε να παίξουν. Ο Θωμάς χάρηκε ακόμα περισσότερο! Εκείνη του πέταγε προσεκτικά τη μπάλα για να μπορεί να την πιάνει κι εκείνος ανταπέδιδε προσπαθώντας να την πετάξει όσο πιο μακριά μπορούσε. Έπαιξαν, γέλασαν και όταν ήρθε η ώρα, η Αθηνά χαιρέτησε το αγόρι και γύρισε στην αμμουδιά της.
Κάθε μέρα η Αθηνά επισκεπτόταν το αγόρι. Είτε μιλούσαν, είτε έπαιζαν, είτε αστειεύονταν οι μέρες περνούσαν και ο μικρός γινόταν όλο και πιο εύθυμος. Μια μέρα την ώρα που το αποχαιρετούσε η Αθηνά του είπε... Αύριο δεν θα έρθω, θα πάω να δω τους άλλους φίλους μου, τους έχω παραμελήσει λιγάκι.
Το χαμόγελο του Θωμά χάθηκε από το πρόσωπό του, στένεψε τα μάτια του και της είπε επιτακτικά... "Όχι, δεν μπορείς να μην έρθεις! Θα έρθεις!"
Η αντίδραση δεν άρεσε στην Αθηνά, αλλά έμεινε σταθερή στην απόφασή της και εκείνη τη μέρα χωρίστηκαν με το μικρό Θωμά θυμωμένο. Την μεθεπόμενη μέρα η μικρή ξαναπήγε και βρήκε το αγόρι μουτρωμένο. Έκανε ότι δεν καταλάβαινε το ύφος του και λίγο με το παιχνίδι, λίγο με τη κουβέντα το κέφι και το χαμόγελο επανήλθαν.
Πώς περνάς τις ώρες που δεν είμαστε μαζί; τον ρώτησε κάποια στιγμή... Ο Θωμάς την κοίταξε ντροπαλά και της είπε... "Φτιάχνω τραγούδια... Έχω φτιάξει και για 'σένα ένα". Αλήθεια; αποκρίθηκε χαρούμενα η μικρή. Μπορώ να το ακούσω; ρώτησε με λαχτάρα. "Όχι ακόμα, δεν είναι έτοιμο. Αλλά σου υπόσχομαι ότι όταν θα έρθει η ώρα θα στο τραγουδήσω" της απάντησε το αγόρι.
Οι μήνες περνούσαν και μια μέρα η Αθηνά αποφάσισε να μιλήσει στο Θωμά για το μαρτύριό του. Σκεφτόταν πόσο άδικο ήταν, πόσα πράγματα έχανε, χωμένος εκεί μέσα. Είχε μάλιστα αποφασίσει όχι μόνο να τον βοηθήσει να βγει, αλλά και να καθαρίσει την παραλία του.
Εκεί λοιπόν που μιλούσαν η Αθηνά του είπε... Να σε ρωτήσω... Γιατί δεν προσπαθείς να βγεις από αυτήν την τρύπα; Το χαμόγελο του Θωμά πάγωσε στα χείλη του, την κοίταξε βλοσυρά και της απάντησε "Τα είπαμε από την αρχή αυτά. Είναι η μοίρα μου τέτοια. Κι εσύ σαν όλους τους άλλους είσαι, όλο εξυπνάδες" Το κορίτσι επέμεινε...Τα μοιραία γεγονότα στη ζωή μας είναι ελάχιστα. Αλλά ακόμα κι έτσι, κάθε μοιραίο μπορούμε να το διαχειριστούμε όσο γίνεται καλύτερα παρεμβαίνοντας. Όλοι στη ζωή μας έχουμε περάσει άσχημα, δεν είσαι ο μοναδικός... Έχεις προσπαθήσει κάποια φορά να βγεις;
Έβλεπε το Θωμά να προσπαθεί να συγκρατήσει το θυμό του, αλλά χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία... "Γιατί να προσπαθήσω; Το αποτέλεσμα το ξέρω. Εσύ δεν θέλεις να το καταλάβεις"
Η Αθηνά συνέχισε... Αφού δεν έχεις κάτι άλλο καλύτερο να κάνεις, προσπάθησε λίγο... Κάνε σαν να κολυμπάς, φτάσε μέχρι εκεί που το έδαφος γίνεται σταθερό κι εγώ θα σου δώσω ένα κλαδί και θα σε τραβήξω έξω. Έλα να δεις που θα τα καταφέρεις, ούτε ένα μέτρο δεν είναι, του είπε χαμογελώντας.
Ο Θωμάς πραγματικά είχε θυμώσει. Είχε κλειστεί σε μια περίεργη σιωπή και δεν γύριζε καν να κοιτάξει το κορίτσι. Λες να το σκέφτεται; αναρωτιόταν η Αθηνά που παρακολουθούσε την αντίδρασή του.
Λίγη ώρα μετά ο Θωμάς της χαμογέλασε γλυκά και της είπε... "Εντάξει λοιπόν θα κάνω μια προσπάθεια, αλλά θα με βοηθήσεις κι εσύ". Η μικρή χάρηκε πάρα πολύ. Μα φυσικά! Στο είπα άλλωστε!
"Ναι, μόνο που δεν θέλω να μου δώσεις κλαδί να πιαστώ, φοβάμαι να μην σπάσει και χωθώ ακόμα πιο μέσα. Θέλω να μου δώσεις το χέρι σου, θα πιαστούμε από τους καρπούς μας και θα με τραβήξεις. Εντάξει; "
Γιατί όχι; Κι έτσι γίνεται! φώναξε όλο χαρά η Αθηνά.
" Έλα λίγο πιο κοντά γιατί δεν σε φτάνω" της είπε το αγόρι. Η Αθηνά πατώντας προσεκτικά στο έδαφος, έφτασε μέχρι εκεί που παράμενε πραγματικά σταθερό. Έκατσε κάτω και άπλωσε το χέρι της... Δεν μπορώ να πλησιάσω άλλο, δώσε μου το χέρι σου.
Ο Θωμάς έπιασε τον καρπό του κοριτσιού κι εκείνη το δικό του. Έλα πάμε, θα σε τραβήξω δυνατά τώρα. Προσπάθησε κι εσύ! του φώναξε γεμάτη ενθουσιασμό η Αθηνά.
Όμως όταν το βλέμμα της συνάντησε το πρόσωπο του Θωμά τρόμαξε... Τα χαρακτηριστικά του αγοριού είχαν αλλοιωθεί... Το γλυκό χαμόγελο είχε εξαφανιστεί και είχε γίνει μια ανατριχιαστική γκριμάτσα. Τα κιτρινόμαυρα δόντια του τώρα προέβαλλαν μυτερά, σαν ενός θηρίου που ήθελε να την κατασπαράξει. Τα μάτια του είχαν γίνει δύο μαύρες τρύπες σαν κι αυτή που ήταν χωμένος μέσα. Το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί, τα μάγουλά του είχαν εξαφανιστεί και τα ζυγωματικά είχαν πεταχτεί αφύσικα προς τα έξω. Η λαβή στο χέρι της είχε πάψει να είναι ένα απεγνωσμένο πιάσιμο κι έγινε αφόρητα σφικτή.
Ξαφνικά ένιωσε ένα δυνατό τράνταγμα. Ο Θωμάς την τραβούσε δυνατά στην τρύπα του, φωνάζοντάς της με μια απόκοσμη, τσιριχτή φωνή "Όχι, δεν θα βγω εγώ έξω. Εσύ θα έρθεις εδώ μέσα μαζί μου. Θα μου κάνεις παρέα κάθε μέρα και δεν θα μπορέσεις να φύγεις ποτέ. Κι αν είναι να πεθάνουμε, θα πεθάνουμε μαζί, τ' ακούς; Μαζί"
Η Αθηνά ένιωσε πανικό, αλλά συνήλθε γρήγορα. Άρχισε να τραβάει με δύναμη προς την αντίθετη κατεύθυνση, αλλά όχι για να σώσει το Θωμά πια... Για να σωθεί η ίδια. Είχε αφήσει τον καρπό του και για το μόνο που προσπαθούσε ήταν να απελευθερωθεί από τράβηγμα του αγοριού. Έβαλε τα πόδια της κόντρα στο έδαφος -τί καλά που φόραγε τα παπούτσια της- και τραβούσε με όλη της τη δύναμη. Όσο τραβούσε, τόσο πιο πολύ έσφιγγε το χέρι της ο Θωμάς... Τα νύχια του είχαν χωθεί στη σάρκα του χεριού της και ήδη το αίμα έτρεχε ποτίζοντας τα μαύρα βότσαλα.
Εξακολουθούσε να της φωνάζει... "Μην προσπαθείς άλλο, εδώ θα μείνεις. Είναι της μοίρας σου γραμμένο" κι άρχισε να της τραγουδάει το τραγούδι που της είχε φτιάξει. Ένα τραγούδι που ελάχιστους στίχους μπορούσε να ακούσει εκείνη την ώρα η Αθηνά. Όλη της η προσπάθεια είχε επικεντρωθεί στο να ξεφύγει. Ένα τραγούδι πού όσο καταλάβαινε, της τρυπούσε το μυαλό από τους αρρωστημένους στίχους του.
Και ξαφνικά μάζεψε όλη της τη δύναμη, όλο της το κουράγιο και -ίσως- όλη της την έπαρση (θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα της... θα σε δυναμώσει, θα σε κάνει πιο θαρραλέα, πιο γρήγορη, πιο ανθεκτική) και σκέφτηκε... Είμαι πιο δυνατή, είμαι πιο σίγουρη για τον εαυτό μου, έχω κολυμπήσει σε μεγάλες φουρτούνες και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει αυτό... και με ένα απότομο τράβηγμα κατάφερε να ελευθερωθεί από το δυνατό σφίξιμο του Θωμά.
Η Αθηνά έπεσε με δύναμη πίσω, αλλά δεν την ένοιαζε που χτύπησε την πλάτη της. Εκείνο που είχε σημασία ήταν ότι πλέον είχε ελευθερωθεί.
Είχε λαχανιάσει από την προσπάθεια, αλλά βιάστηκε να σηκωθεί. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει από αυτήν τη σκοτεινή παραλία και να μην επιστρέψει ποτέ. Έριξε μια ματιά στην τρύπα και είδε το Θωμά να χτυπάει με λύσσα τα χέρια του απάνω στη λάσπη και να φωνάζει... "Δεν έπρεπε να γίνει έτσι. Είσαι παλιοκόριτσο. Εγώ σου έδωσα την καρδιά μου κι εσύ την πέταξες στις λάσπες".
Η ψυχραιμία και η γαλήνη είχαν επιστρέψει στη ψυχή της Αθηνάς και του απάντησε ήρεμα... Την καρδιά σου και τη ψυχή σου, τις έχεις πετάξει μόνος σου στις λάσπες. Το μόνο που θέλεις είναι να κλείσεις κι άλλους στη φυλακή που έχτισες για τον εαυτό σου. Σου αξίζει να είσαι εκεί μέσα. Σου αξίζει γιατί ήταν, είναι και θα είναι επιλογή σου. Τη μοίρα σου, την καθόρισες μόνος σου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και η μοίρα των άλλων.
Αν θελήσεις κάποτε να με βρεις, θα πρέπει να βγεις μόνος σου από αυτήν την τρύπα. Θα πρέπει να καθαριστείς και να καθαρίσεις την παραλία σου. Θα πρέπει να μάθεις να προσπαθείς. Αλλιώς αντίο... Αντίο για πάντα.
Γύρισε την πλάτη της και άρχισε να βαδίζει προς τα βράχια... Άκουγε πίσω της το Θωμά να κλαψουρίζει με παράπονο... "Γύρισε πίσω, δεν μπορείς να με αφήσεις εδώ. Πρέπει να έρχεσαι να μου κάνεις παρέα. Θα πεθάνω και θα φταις εσύ"
Η Αθηνά δεν κοντοστάθηκε στιγμή. Πέρασε τα βράχια, ανέβηκε το λόφο και βγήκε στη δική της παραλία. Μια παραλία καθαρή, φωτεινή που ναι μεν είχε και φουρτούνες, αλλά είχε και νηνεμία. Όλα τα είχε η δική της παραλία, όπως και των περισσότερων φίλων της άλλωστε.
Ήδη την περίμεναν όλοι εκεί για να παίξουν, να γελάσουν, να μιλήσουν, να καταστρώσουν σχέδια για το μέλλον.
Έγινε μια όμορφη γιορτή εκείνη τη μέρα, με γέλια και χαρές.
Κι έζησαν αυτοί καλά...!!!
Κι όσο για το Θωμά... Κανείς δεν ξέρει. Και μέχρι σήμερα κανείς δεν έμαθε... Ίσως κάποτε εμφανιστεί λαμπερός, όμορφος και γαλήνιος. Ίσως μάθει κι αυτός το γνωστό "συν Αθηνά και χείρα κίνει" αλλά με τη σωστή του έννοια πια. Ποιος ξέρει... Το μέλλον θα δείξει.
Το τραγούδι θα μπορούσε να είναι αυτό που έγραψε ο Θωμάς για την Αθηνά...
Το σκοτεινό μου παραμύθι, είναι αφιερωμένο σε κάποιον άνθρωπο που δεν ήθελε να παλέψει για τίποτα εποικοδομητικό. Για κάποιον που ως αντίδραση έβγαζε κακία, υποτίμηση, επιθετικότητα προς τους πάντες και τα πάντα. Για κάποιον που ήθελε να χειραγωγεί όλους αυτούς που του ζητούσαν να προσπαθήσει...
Τελικά πολλές φορές είναι μύθος ότι οι άλλοι δεν ενδιαφέρονται για τον συνάνθρωπό τους... Όμως πρέπει και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές των θλιβερών παραμυθιών όπως αυτό, να ενδιαφέρονται για τους εαυτούς τους.
Γιατί ο εγωισμός είναι μια παρεξηγημένη έννοια τελικά... Το να αγαπάς και να σέβεσαι τον εαυτό σου, τη ψυχή σου και το σώμα σου είναι απόλυτα υγιές.
Δεν μπορείς να απαιτείς από τους άλλους να θυσιαστούν, γιατί εσύ θέλεις να τα έχεις όλα έτοιμα στο πιάτο. Δεν μπορείς να απαιτείς, όταν εσύ ο ίδιος ως άλλος άπιστος Θωμάς, δεν είσαι ικανός να πιστέψεις ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό.
ΥΓ. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων... Η ιστορία ουδεμία σχέση έχει με ουσίες και τέτοια. Να μην του καταλογίσουμε και πράγματα που δεν έκανε.

Πιο καταλληλο σκοτεινό παραμύθι δεν θα μπορούσες να βρεις, για να εκφράσεις αυτό που τελικά ήθελες να αποδώσεις!!
ΑπάντησηΔιαγραφήΗ εγωιστική αγάπη και απαίτηση για βοήθεια είναι σίγουρα λάθος, ο αυτοσεβασμός και ο σεβασμός στην προσωπικότητα του άλλου είναι το ζητούμενο!
Φιλιά!
Αυτό που με ενοχλεί, δεν είναι ο τρόπος που θα ζητήσει κάποιος βοήθεια, αλλά το να μη θέλει πραγματικά να βοηθηθεί.
ΔιαγραφήΠολλοί βολεύονται σε μια απίστευτα μίζερη κατάσταση, παραπονιούνται και κακιώνουν συνέχεια γι' αυτή, αλλά δεν κάνουν τίποτα για να την αλλάξουν.
Πολύ συχνά πατούν πάνω στη συμπόνοια του άλλου, για να τους φέρουν εκεί που είναι οι ίδιοι.
Παρατηρημένο επίσης ότι ποτέ δεν αναγνωρίζουν τα λάθη τους... Μονίμως φταίνε οι άλλοι για ό,τι τους συμβαίνει.
Μπορώ να μείνω για όσο χρειαστεί δίπλα σε κάποιον που θα έχει τη θέληση να παλέψει κι ας κάνει ένα πολύ μικρό βήμα κάθε φορά.
Δεν μένω όμως ούτε δευτερόλεπτο έτσι και καταλάβω κάτι απ΄όλα τα παραπάνω τα οποία σιχαίνομαι.
Καλημέρα και καλή εβδομάδα Ελένη μου! Πολλά φιλιά!
κοριτσαρα μου το σκοτεινο σου παραμυθι ειναι εξαιρετικο!
ΑπάντησηΔιαγραφήειλικρινα και με το χερι στη καρδια μου αρεσε παρα πολυ!
ειδα εσενα εκει μεσα, ειδα εμενα, ειδα γνωστα ατομα, ειδα πολυ κοσμο που προσπαθουν να δωσουν το χερι βοηθειας κι αντι γι αυτο παιρνουν τη καθοδο για τη τρυπα.
οι λογοι σιγουρα ποικιλοι μα το πιο σημαντικο ειμαστε δυνατοι και μπορουμε να αποκοπουμε απο αυτο το τραβηγμα!!
ειλικρινα η ιστορια αυτη πρεπει ναδιαβαστει!! πρεπει να μαθευτει! αξιζει!
ειναι καλογραμμενη! ειναι σουπερ!
εγω λεω να την αναρτησεις ξανα με νεα ημερομηνια να τη δουνε πολλα ατομα! και εαν μου επιτρεπεις θα ηθελα να την αναδημοισευσω και εγω στο μπλοκ μου στη στηλη εκφρασεις αλλων!
θα χαρω πολυ!
φιλακια πολλα φιλη!!! <3
υπεροχο!! μου θυμησε και μενα καποιον (και καποιους μη σου πω...) που νομιζουν οτι ο κοσμος πρεπει να γυριζει γυρω τους να περναει το δικο τους και να σε κανουν να νιωθεις και τυψεις αν πεις αντιθετη αποψη....
ΑπάντησηΔιαγραφήεγώ πως και τόχασα το τοσο σκοτίνό παραμύθι τους γνωριζω τους ανθρώπους που λες σε φιλω ονειρο μου !!!!
ΑπάντησηΔιαγραφήΦανταστικό το παραμύθι σου!!! Μου θύμισε ανθρώπους και καταστάσεις και συμφωνώ με όσα γράφεις!!! Φιλάκια πολλά!!!
ΑπάντησηΔιαγραφή